Δευτέρα, 30 Απριλίου 2007

The bird and the fairytale




Κάποτε σε ένα απέραντο δάσος ταξίδευε ένα μικρό πουλί. Όλη τη μέρα πετούσε ανάμεσα στα δέντρα και όποτε κουραζόταν, καθόταν πάνω στα κλαδιά για να ξαποστάσει. Καθετί όμορφο μέσα στο δάσος ήταν έμπνευση για αυτό. Χαιρόταν τον ήλιο και το απαλό αεράκι και έφτιαχνε τραγούδια για ότι το συγκινούσε. Τραγουδούσε για το λουλούδι που ανθίζει και χαρίζει το άρωμα του, για τα χρώματα της Άνοιξης και το γαλάζιο ουρανό.
Το πουλί ταξίδευε για χρόνια σε πολλά δάση και πίστευε πως είχε μάθει πολλά γιατί ήξερε να ακούει και να κάνει τις σωστές ερωτήσεις. Μπορούσε να δει την ομορφιά που οι άλλοι προσπερνούσαν και την ψυχή των πραγμάτων που είναι αόρατη σε όσους βλέπουν μόνο με τα μάτια.
Όσο πολύ αγαπούσε την ομορφιά και την καλοσύνη, τόσο δεν άντεχε το άσχημο και την αδικία. Όταν έβλεπε τους ανθρώπους να καταστρέφουν και να αδικούνε, κάτι το έπνιγε και φούσκωνε σα να ‘τανε να σκάσει. Ανέβαινε τότε ένα παράπονο σαν κόμπος στο μικρό λαιμό του και αυτό για να μην πνιγεί, άρχιζε ένα κελάηδισμα αλλιώτικο από το συνηθισμένο. Ξεκίναγε από χαμηλά και έφτανε σε κορώνες και αστεία τιτιβίσματα γεμάτα έμφαση. Καμιά φορά το δάσος σώπαινε για να τ’ακούσει και τα δέντρα κουνούσαν καταφατικά τα κλαδιά τους και άλλες πάλι γελούσαν με την ευαισθησία του.
Το μικρό πουλί δεν ενδιαφερόταν για τους ψίθυρους, ήξερε πως ήταν φτιαγμένο να τραγουδάει τα τραγούδια που ξεχείλιζαν από την καρδιά του.

Μιά μέρα είδε πάλι την αδικία καθώς πετούσε. Δεν άντεξε και του ήρθε πάλι εκείνο το πνίξιμο. Πήρε λοιπόν μιά στροφή στον αέρα, βρήκε ένα δέντρο και κάθισε σε ένα κλαδί για να αρχίσει το τραγούδι του. Φούσκωσε το μικρό του στήθος και άρχισε να τραγουδάει δυνατά με τρίλιες και τιτιβίσματα που έφταναν μέχρι την άκρη του απέραντου δάσους. Τα δέντρα σκίρτισαν και ο άνεμος έφερνε τους ψίθυρους στα αυτιά του. Ήταν πολλοί που σιγοντάρανε το τραγούδι του και άλλοι που γελάσανε γιατί τους φάνηκε άχρηστο το κελάηδισμα μπροστά σε μιά τόσο κοινότυπη αδικία. Εκείνο όμως, τίποτα δεν το νοιαζε, παρά μόνο να βγάλει αυτό τον κόμπο.
Όταν τελείωσε πια το τραγούδι του, το δάσος έπεσε πάλι στη σιωπή του και το μικρό πουλί κούρνιασε στο κλαδί για να βρει την ανάσα του.
Ξαφνικά από το δέντρο άκουσε μιά φωνή να του λέει:
-Καλά τα λες, μα θαρρώ πως θυμώνεις εύκολα. Έτσι είναι τα πράγματα, δεν το ξέρεις?
Το μικρό πουλί γέλασε απ΄την καρδιά του γιατί θεωρούσε τον φτερωτό εαυτό του πολύ ήρεμο.
-Έχω μεγάλη υπομονή και μου αρέσει να τραγουδάω για όλα τα όμορφα αυτού του κόσμου. Ξέρω και τα καλά και τα κακά. Ένα πράγμα δε ξέρω μόνο. Πώς να βγάλω αλλιώς αυτό τον κόμπο που μου φυτρώνει η αδικία στην ψυχή. Ανοίγω το στόμα μου και βγάζω φωνή για όσους θέλουν να ακούσουν και προπαντός για αυτούς που προτιμούν να ξεχνάνε.
Το πουλί μιλησε με το δέντρο μέχρι να νυχτώσει και να καληνυχτιστούν. Την άλλη μέρα το πουλί γύρισε στο δέντρο και πιασαν πάλι την κουβέντα μέχρι το βράδυ. Οι μέρες περνούσαν και το μικρό πουλί είχε το μυαλό του μοναχά στις όμορφες κουβέντες που κάνανε μαζί. Αγαπούσε τόσο τα όμορφα πράγματα, μα πιο πολύ, αυτά που δε μπορείς να τα δεις, όπως την ψυχή του δέντρου.
Μια μέρα που το δέντρο σιώπησε για λίγο, το μικρό πουλί αποφάσισε να εξερευνήσει τα πιο ψηλά κλαδιά του. Ανέβηκε με μικρά πετάγματα και πηδηματάκια προς τα πιο πυκνά σκοτεινά φυλλώματα και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε μιά μικρή κουφάλα του δέντρου. Εκεί είδε ένα πουλί ολόιδιο με τον εαυτό του να καθαρίζει προσεκτικά το σπιτάκι του. Είχαν το ίδιο χρώμα, τα ίδια δυνατά φτερά και ακόμα και το γούστο στα κλαδάκια που έστρωνε στη φωλιά του έμοιαζε με το δικό του. Οταν το δεύτερο πουλί τελείωσε τις δουλειές του, κάθισε στο βάθος της φωλιάς και άρχισε να μιλάει. Η φωνή του, ήταν η φωνή του δέντρου. Το μικρό πουλί ξαφνιασμένο από την απρόβλεπτη ανακάλυψη κουτρουβάλησε όλα τα κλαδιά μέχρι το έδαφος. Μουδιασμένο ανέβηκε στη συνηθισμένη θέση του και μίλησαν μέχρι να νυχτώσει.
Την άλλη μέρα το πουλί επέστρεψε μα κάθισε σε ένα κλαδί πιο ψηλά. Κάθε μέρα που περνούσε αυτό ανέβαινε ψηλότερα, μέχρι που βρέθηκε στο ύψος της φωλιάς.
Τα δυο πουλιά κοιτιόντουσαν στα μάτια μέσα από τα σκοτάδια και πότε μιλούσαν σα δυο πουλιά και πότε σα δέντρο με πουλί. Κάθε βράδυ ήταν πιο δύσκολος ο αποχαιρετισμός και κάθε πρωί πιο ευχάριστη η καλημέρα.

Το μικρό πουλί από την πτώση, είχε ανακατέψει καρδιά με μυαλό και έβλεπε όλη την ομορφιά και με τα μάτια και με την ψυχή του. Το βράδυ που έφευγε από το δέντρο μιλούσε με τη σκέψη του στ΄άλλο πουλί και όταν ήταν μοναχό του έφτιαχνε τραγούδια που ντρεπόταν να τα τραγουδήσει. Το πρωί γυρνούσε πάντα στο δέντρο για να μιλήσει με το όμοιο του. Εκεί που ήταν χαρούμενο όμως, άσχημες σκέψεις σκίαζαν την καρδιά του. Το κατάλαβε το άλλο πουλί και του είπε:
-Πως μοιάζουμε τόσο πολύ το βλέπουμε κι οι δύο. Πως έχω χρόνια εδώ τη φωλιά μου, ευτυχισμένο, το είδες?
-Τα είδα όλα αυτά, άργησα μα τα είδα.
Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του μα δε μπορούσε να τον βγάλει.
-Φοβάμαι, είπε το πουλί του δέντρου.
-Τι φοβάσαι, ρώτησε το μικρό πουλί και τίναξε τα δυνατά φτεράκια του.
-Φοβάμαι να σε συναντήσω. Φοβάμαι πως θα με κάνεις να θέλω να πετάξω.

Το μικρό πουλί δε μιλούσε, ήταν οι κόμποι που ανέβαιναν τραγούδια για την ομορφιά και την αδικία μαζί. Έσκυψε το κεφάλι και έκανε να φύγει.
-Στάσου! Είπε το πουλί του δέντρου, δε μπορούμε να κάνουμε πάλι πως είμαι δέντρο?
Το μικρό πουλί γύρισε και κοίταξε το δάσος. Κοίταξε για ώρα τα δέντρα και τα κλαδιά, τα φουντωτά φυλλώματα και τα μικρά λουλούδια που άνθιζαν ανάμεσα στα φύλλα. Ύστερα γύρισε και είπε:
-Κοίτα τριγύρω σου. Έχει τόσα δέντρα που δε θα μπορούσε να τα μετρήσει κανείς. Είναι ψηλά και όμορφα, γεμάτα κλαδιά να κάτσω. Η Άνοιξη τους έχει δώσει λουλούδια και καρπούς και ότι χρειάζεται για να ζήσω. Μα κανένα από αυτά όσο όμορφο και ψηλό κι αν είναι, δε μοιάζει με μένα και κανένα τους δε μπορεί να πετάξει.
Το πουλί που είχε χρόνια τη φωλιά του στο δέντρο, κατάλαβε και δε μίλησε άλλο.

Κι όπως έπεφτε η νύχτα ένα μικρό πουλί πέταξε ανάμεσα από τα δέντρα, ψηλά, μακριά πάνω από το δάσος. Βρήκε μια απόμερη γωνιά, κάθισε και έγραψε ένα τραγούδι που έμοιαζε σαν παραμύθι για δέντρα και για πουλιά. Ύστερα φούσκωσε το στήθος του και το τραγούδησε έτσι όπως ξεχείλιζε από την ψυχή του, λυπημένα και δυνατά για να ακουστεί σε όλο το απέραντο δάσος.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δεν ξέρω καν αν είναι πρέπον να αφήσω σχόλιο σε μία τόσο όμορφα "παραμυθένια" κατάθεση ψυχής... Και γι αυτό και δε θα αφήσω "σχόλιο"... Σε προσπάθεια να ξορκίσω τους κακούς δαίμονες...θα πω μόνο... Aνάθεμα σε μας που φοβόμαστε τόσο να ξαναπετάξουμε... και τρισανάθεμα σε αυτούς που μας έφεραν "εδώ"...
G.
above or below sky

Υ.Γ. Εκφράζεις πολύ όμορφα το μέσα σου :)