Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ο μικρός βούδας

Ξαφνικά, καθώς κοιμόμουν, ακούω αγριοφωνάρες «ξύπνα πούστη, ξύπνα ρε, ξύπνα!». Μέσα στον ύπνο μου ένιωθα σαν να κατρακυλάω απο τις σκάλες αλλα αντι για χτυπήματα απο τα μαρμάρινα σκαλιά να χτυπάω σε φάπες. Τετοιο χάλια πρωινό είχα να ζήσω απο τις θρησκευτικές κατασκηνώσεις του Καντιώτη το ’80. Πετάγομαι αναστατωμένος και βλέπω ένα άγνωστο με κουκούλα στο κρεβατι μου. Για μιά στιγμή σταμάτησε να γκαρίζει και γούρλωσε τα μάτια. Ετσι ειναι το μαλλί μου το πρωϊ, αν ηξερα οτι θα ειχα επισκεπτες θα έβαζα το διχτάκι, σκέφτηκα αλλα δεν το ειπα. Αντίθετα είπα να πάρω την πρωτοβουλία να τον ρωτήσω ποιός ειναι.

-Ποιός είσαι? Τι θες?

-Που ειναι τα λεφτά

-Τα λεφτά, ποια λεφτά?

-Ασε τα σάπια και πες μου που έχεις τα λεφτά! Ειπε, και μου έριξε μια ξανάστροφη. Αυτη η σφαλιάρα με ξύπνησε για τα καλά, σαν ένας εσπρέσο μονοκοπανιά.

-Δεν... δεν έχω

Μου έριξε μια κλωτσιά στα αρχίδια και με αφησε λίγο να το σκεφτώ.

-Δεν μπορει να μην εχεις λεφτά κάπου σε αυτο το σπίτι. ΛΕΓΕ! Μου φώναξε

Προσπαθούσα να σκεφτώ. Ειχα κάποια ευρώ στην τσέπη μου.

-Στην τσέπη του πάντ...

-Εξι ευρώ ήταν, με διέκοψε

-Αυτά ηταν, δεν ξερω, δεν θυμαμαι, δεν έχω

-Γαμωτημανασου καριόλη μη με τσαντίζεις, ειπε και μου έριξε μια μπουνια στα αρχιδια.

Σε κεινη την φάση αποφάσισα οτι θα του έδινα τα λεφτά που ειχα κρατησει για να πληρώσω την ΔΕΗ και την έκτακτη εισφορά. Κλεφτες οι μεν, κλεφτες και οι δε... και το κράτος έχει αφήσει τα αρχίδια μου ήσυχα, για την ώρα τουλάχιστον.

Τον πήγα στο σαλόνι και έβγαλα τα 150 ευρώ που είχα φυλάξει στον κώλο του μικρού βούδα. Ο βουδας ήταν δώρο μιας παλιάς γκόμενας, για καλή τύχη μου ειχε πει. Δεν νομιζω οτι πιάνει.

Ο κλέφτης δέχθηκε οτι αυτή θα ήταν ολη κι ολη η λεία του και έκανε να φύγει

-Συγγνωμη, να σας ρωτήσω κάτι?

-Ελα! απάντησε ο κλέφτης με αγριάδα

-Δηλαδή είναι και κάπως αδιάκριτη η ερώτηση...

-Τελείωνε! Μου φώναξε

-Καλα. Ηθελα να ρωτήσω αν κλέβετε μόνο φτωχούς ή αν κλέβετε και πλούσιους

-Τι? Μούγκρισε ο κλέφτης

-Να, δηλαδή, αν είστε σαν την κυβέρνηση ή αν απλά έτυχε τώρα

-Με ειρωνεύεσαι ρε!? Ειπε και όρμησε κατα πάνω μου

-Οχι, οχι. Ηταν μια ειλικρινής απορία. Θελω να πω, αφου κάνετε που κάνετε το έγκλημα, γιατί δεν κλέβετε απο αυτούς που έχουν?.

-Κι εσύ είχες ρε πούστη!

-Ειχα για την ΔΕΗ και την εκτακτη εισφορά, τώρα δεν έχω ούτε αυτά.

-Δεν θα μου πεις εμένα ποιον θα κλέψω, ρε!

-Οχι, δεν ειχα σκοπό να σας κάνω υποδείξεις στη δουλειά σας, απλά αναρωτιέμαι, καταλαβαίνετε. Αν κλέβατε απο τους πλούσιους, μην σας πω οτι θα κάνατε μέχρι και λειτούργημα.

Ο κλέφτης κοντοστάθηκε και αρχισε να το σκέφτεται

-Επιτρέπεται το καπνισμα, με ρώτησε

-Μπορώ να σας χαλάσω χατήρι, δεν μπορω

Κάθισε στην πολυθρόνα και έβγαλε μια κραυγή.

-Ειναι το ελατήριο, τον καθησυχασα, θελω να πάω να την φτιάξω αλλα δεν μου περισσευουν, βαλτε ένα μαξιλάρι για να μην σας τρυπάει.

Μου ζήτησε τσιγάρο, δεν είχα, εβγαλε ένα πακέτο απο την τσέπη του και αναψε.

-Κοιτα, δεν θελω να ανακατευω την δουλειά μου με την πολιτική. Δεν θελω να μπλεχτω ρε παιδάκι μου με ιδεολογίες

-Αντιλαμβάνομαι. Αλλα μηπως πέρα απο το πιο δίκαιο, ειναι και πιο αποτελεσματικό να τα παίρνετε απο τους πλουσιους?

-Για να κάνω γερή μπάζα με την μια λες? Το ξέρω, δεν ειναι πως δεν το ξέρω. Νομίζεις μου αρέσει εμένα να δουλευω νυχθημερόν για μερικά ψωρο-ευρουδάκια? Υπάρχει κρίση, δεν εχει λεφτα ο κόσμος, δεν ειναι αστείο. Ρώτα και μένα που μπαίνω σε τόσα σπίτια. Δεν έχουνε λεφτα, μάνα μου.

-Εμένα μου λέτε? Και πάλι τυχερός ήσασταν μαζι μου. Αν ειχα προλάβει να πληρώσω το λογαριασμό θα κάνατε τόσο κόπο για 6 ευρώ μόνο.

Ο κλέφτης κουνησε συγκαταβατικά το κεφάλι

-Μήπως θέλετε να σας δώσω και τον βούδα, είναι τυχερός λέει...

-Οχι, δεν πειράζει κράτα τον

-Καλά...

Ο κλέφτης φύσηξε τον καπνο και έκανε τρια δαχτυλίδια, ποτέ δεν κατάφερα να κανω πάνω απο δύο, σκέφτηκα και τον ζήλεψα λιγάκι

-Και γιατί δεν κλέβετε και πλούσιους, επέμεινα εγω

-Τι θες τώρα? Εχουνε συναγερμούς, σκυλιά, άσε με.

-Και τι θα κάνετε τελικά, με τόση κρίση εννοώ

-Ε, μαζευω καποια λεφτά στην ακρη

-Σε τράπεζα εδω?

-Εισαι τρελός? Έξω έχω ενα λογαριασμο...

Να τελικά που βγαινουν τα λεφτά των φτωχών στην Ελβετία, σκέφτηκα μα δεν το είπα

-Και τι σκοπευετε να κάνετε?

-Μην γελάσεις

-Οχι

-Με ψήνουν να κατεβω για βουλευτής

Αναψα τσιγάρο

-Βουλευτής?

-Οχι εδω, πάνω στο χωριό, με έχουνε φάει, Το σκέφτομαι να σου πω την αλήθεια.

-Ετσι, ε? ψέλλισα

-Το σκεφτομαι σοβαρά. Ειναι και αυτη η βουλευτική ασυλία, ξέρεις εχει και ισχυ απο τα πριν

-Ναι, κατι άκουσα

-Καλος και ο μισθός, θα πάρω και συνταξη μιά χαρά, υπάρχουνε και τα μπενεφιτς

-Και τα μπένεφιτς, μονολόγησα αφηρημένος

-Αλλα θελει φράγκα για την εκστρατεία. Τα χώνεις απο εδώ και απο εκεί. Να για τις αφίσες, να για τα φλαηέρς, να για το γραφείο υποψηφίου, να για το σαητ, να για τα social media, να για τα sms, να για το ένα, να για το αλλο.

-Το έχετε ψαξει βλέπω

-Βεβαίως... αλλα πρέπει να μαζέψω και αλλα, καταλαβαίνεις

-Να σας δώσω αυτόν τον βούδα... απο καρδιάς


Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Αστείο πλάσμα ο άνθρωπος (διήγημα)


Ο κόσμος περνάει και τυλίγεται στα παλτά του. Κοιτάζει ανήσυχα με την άκρη των ματιών του προς το σκοτάδι εδώ που στέκομαι και κάτι μουρμουρίζει για την υγρασία. Τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια δεν σταματούν ποτέ, ούτε οι άνθρωποι. Σαν να μην θέλει κανένας να βρίσκεται εκει που βρίσκεται και όλοι τρέχουν γιατί θέλουν να πάνε αλλού. Όταν κάτι τους διακόψει απο αυτή την αέναη προσπάθεια, κορνάρουν, βρίζουν.
Το εδώ κανείς δεν το θέλει. Δεν ήταν πάντα έτσι.
Θυμάμαι παλιά τους ανθρώπους να ερχονται από μακριά για να ξαπλώσουν στο γρασίδι, να αγκαλιάσουν ο ένας τον άλλον και να φιληθούν. Ύστερα ήρθαν εργάτες και φέρανε με τα άλογα και τις άμαξες τους υλικά. Έκοψαν και πολλά δέντρα τριγύρω. Εγώ τότε ήμουν μικρό, γι΄ αυτο τη γλίτωσα. Ο Γερμανός αρχιτέκτονας φώναζε και έτρεχε πάνω-κάτω κρατώντας μεγάλα ρολά απο χαρτί. Ανοιξαν ενα μεγάλο ξέφωτο και έκτισαν αυτο το σπίτι που βλέπετε - που σπανίως προσέχετε – και που καποτε ήταν ζωντανό, όσο ζωντανό μπορεί να είναι ένα σπίτι.
Τα βράδια αναβανε τις λάμπες λαδιού και απο το σκοτάδι ξεπρόβαλλαν σαν φωτεινά τετράγωνα τα παράθυρα του. Το βράδυ, τότε μάλιστα, τότε ήταν όμορφο. Την ημέρα, κάθε φορά που το έβλεπα ξαφνιαζόμουν. Έπειτα με τα χρόνια το συνήθισα. Εξάλλου άρχισαν να γίνονται πιο παράξενα πράγματα τριγύρω μου. Μια μέρα φέρανε και φύτεψαν φοίνικες γύρω απο το σπίτι. Περίεργα δέντρα, εξωτικά. Δεν τα είχα ξαναδεί ποτέ μου. Τα είχαν φέρει απο μακριά. Δεν μιλάγανε καθόλου. Πολύ ακατάδεχτα. Μίλησαν μόνο μια φορά, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα.
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν πολύ πλούσιος. Αυτό δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει, σε μας τα δέντρα δεν σημαίνει κάτι αυτή η λέξη. Πλούσιο φύλλωμα λένε, μα για αυτόν δεν ίσχυε, γιατί πάνω του δεν φύτρωνε τίποτα. Λίγες τρίχες στο κεφάλι του μόνο αλλά κι αυτές έπεφταν με γοργό ρυθμό. Είχε και υπηρέτες, καμία δεκαριά - σαν κι αυτόν άνθρωποι με δυο ποδάρια και δυο χέρια - που έτρεχαν κάθε φορά που τους φώναζε. Οι υπηρέτες φτιάξαν τα σπίτια τους εδω πίσω. Να, εκεί που έχει σταματήσει το ταξί. Αρκετά κοντά για να τον υπηρετούν και αρκετά μακριά για να μην βλέπει τα χαμόσπιτα τους. Τα χαμόσπιτα πληθύνανε, έφεραν τις οικογένειες τους, φτιάξαν κι άλλα δωμάτια και ο χώρος ανάμεσα τους έγινε καλντερίμι.
Εκείνη την εποχή στο σπίτι κάθε βράδυ είχανε γιορτή. Βεγγέρες τα λέγαν τότε. Μια βραδιά ένας μεσήλικας με ρεντικότα και μουστάκι ξεμονάχιασε την μεγάλη κόρη του ιδιοκτήτη εδω κοντά μου. Είχα ψηλώσει κάπως τότε. Αφού κατάφερα να επιζήσω απο την επιδρομή των ελαφιών του Οθωνα οταν ήμουν μικρό, τίποτα πια δεν μπορούσε να με βλάψει. Ο Οθωνας είχε φέρει ελάφια στο κτήμα του στη Πάρνηθα για να έχει να κυνηγάει. Έφερε κάμποσα και ο πληθυσμός τους αυξήθηκε με τα χρόνια, μερικά απο εκείνα κατέβηκαν απο πάνω και έφτασαν μέχρι το δικό μου δάσος. Μασούλισαν πολλά απο τα φύλλα μου, που ήταν χαμηλά, και άρχισαν να τρώνε και τον τρυφερό, τότε, φλοιό μου. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού τα είδε και έστειλε έναν δικό του άνθρωπο, πάνω στον βασιλιά. Έπρεπε να πάρει ειδική άδεια, μιας που τα ελάφια ήταν βασιλική περιουσία. Μόλις γύρισε ο υπηρέτης με την άδεια, βγήκε ο ιδιοκτήτης με δυο φίλους του και τα σκότωσε με ενα καρυοφύλλι ιταλικό. Την βασιλική περιουσία την ψήσαν και την φάγανε κι εγω έφτασα έτσι να μεγαλώσω όπως με βλέπετε.
Την βραδιά εκείνη, του ερωτικού κόρτε με την κληρονόμο του σπιτιού, πρέπει να έφτανα τα 2μιση μέτρα, το φύλλωμα μου ήταν πυκνό και νεανικό. Καλή σκιά την μέρα και καλή κρυψώνα τα βράδια. Η κοπέλα ακούμπησε στον κορμό μου. Έγειρε και το κεφάλι της με άγγιξε. Τότε είδα σαν εικόνα τις σκέψεις της. Δεν ήξερα οτι γίνεται, δεν θα με είχαν ακουμπήσει έτσι μέχρι τότε. Είδα τι σκεφτόταν. Ο άντρας με το μουστάκι, της έπιασε το χέρι και είπε οτι μίλησε με τον πατέρα της. Ένα μήνα μετά έγινε ο γάμος. Μεγάλη γιορτή, μεγάλος γάμος, κι ας αγαπούσε άλλον, όπως το ήξερα μόνο εγώ κι αυτή.
Λίγο αργότερα κρεμάσανε μια κούνια για το παιδί, απο το κλαδί μου. Δεν υπάρχει αυτό το κλαδί πια αλλά το νιώθω σαν να είναι ακόμα εκεί. Περίεργο συναίσθημα.
Εκείνη την εποχή περίπου ανοίξανε και αυτόν τον μεγάλο δρόμο. Δεν ήταν τόσο πλατύς και ήταν σκέτο χώμα και κοτρώνες. Περνούσαν αραιά και που κάποιες άμαξες, μερικά ποδήλατα και μια στο τόσο τα πρώτα αυτοκίνητα. Αυτοί οι διάολοι ήταν όλο θόρυβο και χαλάγανε συνέχεια. Κανείς δεν περίμενε να πιάσει αυτό το μηχάνημα και όλοι παραπονιόντουσαν οτι τους τρομάζουν τα άλογα. Σήμερα όλοι θα τρόμαζαν αν έβλεπαν άλογο. Αστείο πλάσμα ο άνθρωπος. Παρακολουθώ τις ζωές σας και ακόμα δεν έχω καταλάβει.
Πιο πολύ απο όλα δεν καταλαβαίνω τους σκοτωμούς. Ίσως να είναι η φύση μου τέτοια που δεν με βοηθάει να καταλάβω. Βλέπεις τα δέντρα δεν μπορούν να πολεμήσουν το ένα το άλλο. Ίσως αν γινόταν αυτό, τότε να σας καταλάβαινα. Το πόλεμο τον κατάλαβα πρώτη φορά σαν μια κραυγή.
Η μεγάλη κόρη του ιδιοκτήτη ήταν πια η κυρία του σπιτιού. Ο πατέρας της είχε γίνει λίπασμα - πλούσιο λίπασμα - στο οικογενειακό νεκροταφείο πίσω απο το σπίτι. Τα δέντρα απο εκεί πίσω απλώσανε τις ρίζες τους και δυνάμωσαν απο τους πλούσιους χυμούς που μοίραζε στο χώμα ο ιδιοκτήτης της γης. Αυτό όμως, ο θάνατος, είναι η τραγική ειρωνεία της ζωής των ανθρώπων... σας μιλούσα για εκείνη την κραυγή. Ακούστηκε απο το σπίτι. Ο μοναχογιός τους ήταν αξιωματικός του στρατού. Σκοτώθηκε. Το νέο ήρθε απο πολύ μακριά. Η κραυγή ήρθε απο το σπίτι. Ήταν η μάνα του. Ο γιός ήταν το αγόρι που έκανε κούνια στο κλαδί μου. Έπειτα απο αυτό, ξαφνικά το κλαδί εκείνο άρχισε να μαραζώνει και να σκληραίνει. Μούδιασε και δεν το ένιωθα. Έτσι ήρθε μια μέρα που ο άνεμος και το ίδιο του το βάρος το έριξαν κάτω. Ακόμα το νιώθω εκεί στη θέση του. Περίεργο.
Λίγο μετά το θάνατο του γιου, τα χαμόσπιτα τριγύρω έγιναν περισσότερα. Ήρθαν άνθρωποι ταλαιπωρημένοι κι έκοψαν κι άλλα δέντρα. Έφτιαξαν καλύβες με αυτά. Τα παιδιά τους ξυπόλυτα έτρεχαν στους δρόμους. Έφταναν μέχρι εδώ που περνάει αυτό το τρόλεϊ και σταματούσαν στη μάντρα. Μερικά ανέβαιναν πάνω και κοιτούσαν προς τα εδώ. Τώρα το δάσος είχε αποκοπεί απο τα άλλα δάση και το λέγανε κτήμα. Μάλιστα έφτιαξαν και είσοδο για να μπαίνεις. Μια μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα, μαυρη και βαριά. Στην αρχή η καγκελόπορτα είχε ένα άνθρωπο που στεκόταν δίπλα της και την άνοιγε. Υστερα χάθηκε κι αυτος και έμεινε μισάνοιχτη για να μην χρειάζεται να την ανοιγοκλείνουν. Το σπίτι άρχισε να μαραζώνει, σαν το κλαδί μου κι αυτό. Αντίθετα με το σπίτι, η ζωή και η κίνηση έξω στους δρόμους γινόταν όλο και πιο έντονη. Ξηλώθηκαν και τα χαμόσπιτα και άρχισαν να χτίζουν μεγαλύτερα σπίτια απο πέτρα. Μερικά μάλιστα ήταν μεγαλύτερα απο τα άλλα και μοιάζανε σαν μικρογραφίες του μεγάλου σπιτιού.
Τότε είδα για πρώτη φορά το τραμ. Μεγάλο θηρίο φασαριόζικο. Ο κόσμος κρεμόταν σαν τα σταφύλια πάνω του. Ο δρόμος ακόμα χωμάτινος. Σήκωνε ντουμάνι σκόνη το τραμ.
Η κυρία είχε γεράσει. Καθόταν με τις ώρες στο κιόσκι. Εκεί που είναι τώρα αυτοί οι κάδοι των σκουπιδιών. Το βράδυ ερχόταν μια υπηρέτρια και την παρακαλούσε να μπει μέσα στο σπίτι για να μην κρυώσει. Ο άντρας της είχε πεθάνει χρόνια τώρα και το σπίτι ήταν γι’ αυτήν άδειο. Ίσως να είχε πεθάνει κι αυτός που αγαπούσε, είχαν περάσει χρόνια, δεν μπορώ να υπολογίσω. Για μας τα δέντρα τα δικά σας χρόνια μετράνε αλλιώς.
Στο σπίτι είχε μείνει αυτή, δυο υπηρέτριες και ένας γέρος επιστάτης με τους δύο γιούς του. Ο ένας γιός έφυγε να σπουδάσει στο εξωτερικό – με λεφτά που του έδωσε η κυρία – και το άλλον τον πρόλαβε ο πόλεμος. Γύρισε όμως πίσω ζωντανός. Λίγο αργότερα πέρασαν την καγκελόπορτα οι γερμανοί και έκαναν επίταξη του σπιτιού. Η κυρία με τον επιστάτη και τον γιό του μετακόμισαν στο σπίτι του επιστάτη. Αυτό έστεκε εκεί που είναι σήμερα εκείνα τα δυο κουβούκλια με τα καλώδια. Οι δύο υπηρέτριες έφυγαν για να βρουν την τύχη τους αλλού.
Λίγο πριν φύγουνε οι γερμανοί, πέθανε η κυρία. Την θάψανε στο μικρό νεκροταφείο που είχαν τότε εκεί πίσω.
Το σπίτι το κληρονόμησαν οι δυο γιοι του επιστάτη. Αυτός που είχε μείνει εδώ, μετά τον πόλεμο θέλησε να το πουλήσει. Ο άλλος γιός όμως αρνήθηκε. Μάλωσαν και δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Επιστάτης και γιός εγκατέλειψαν το κτήμα και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Τριγύρω άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες. Ανοίξανε κι άλλοι δρόμοι, πιο καλοστρωμένοι, για πρώτη φορά είδα να απλώνουνε τσιμέντο. Εδώ σε αυτον το δρόμο. Η ζωή έξω απο το κτήμα άνθιζε, σε χρώμα γκρι. Όλο και περισσότερα αμάξια, τρόλεϊ και λεωφορεία. Μυρμήγκιασε ο τόπος απο κόσμο. Τα μικρά πέτρινα σπίτια εξαφανίστηκαν και χρόνο με το χρόνο υψώθηκαν διώροφα, τριώροφα και όλο και ψηλότερες πολυκατοικίες. Συγγνώμη όμως, ξέχασα να σας πω για τότε που μου μίλησε εκείνος ο φοίνικας.
Ήταν λίγο μετά που φύγανε οι γερμανοί. Η χαρά των ανθρώπων ήταν μεγάλη αλλά κράτησε για λίγο. Έφυγε ο εχθρός κι οι άνθρωποι είδανε τον εχθρό ο ένας στον άλλον και αρχίσανε να πολεμάνε μεταξύ τους. Μια ομάδα ανθρώπων είχε ταμπουρωθεί μες στο σπίτι. Κάποιοι άλλοι έστησαν ένα πυροβόλο απέναντι - εκεί που είναι σήμερα το περίπτερο - και άρχισαν να γαζώνουν την μάντρα και το σπίτι. Η μάντρα ήταν εδώ μπροστά μου, που είναι τώρα το πεζοδρόμιο. Οι σφαίρες έσχιζαν σαν σπίθες το σκοτάδι. Μια σφαίρα καρφώθηκε στον κορμό μου. Την έχω ακόμα, την κρατάω. Είναι εδώ, σε αυτό το σημείο που μοιάζει με ρόζος. Την κρατάω σφιχτά. Ήταν πιο χαμηλά, μα ψήλωσα κι εγώ, πήρε ύψος και η πληγή. Ο φοίνικας εκείνο το βράδυ, όταν ησυχάσανε οι άνθρωποι, θρόισε και με ρώτησε «Πονάς;».
Δεν είναι πια εδω αυτός ο φοίνικας. Τον πήρανε, τον έβγαλαν ολόκληρο. Δεν ξέρω που είναι. Τώρα το λένε πάρκο εδώ. Έχουν βάλει και δυο παγκάκια εκεί. Φύτεψαν και γκαζόν.
Αστείο πλάσμα ο άνθρωπος. Φυτεύει και ποτίζει το χορτάρι ενώ έχει ξεριζώσει ολόκληρο δάσος.
Έρχονται και κάθονται οι γέροι, όλο και πιο αραιά κι αυτοί. Παλιά έφερναν οι άνθρωποι τα παιδιά τους εδώ, τώρα βγάζουν βόλτα μόνο τα σκυλιά. Περνάει ο κόσμος βιαστικά απο μπροστά μου σκυφτός στο πεζοδρόμιο. Τρέχει σαν να μην θέλει το εδώ, τρέχει σαν να θέλει συνέχεια να είναι κάπου αλλού.
Μονάχα μια κοπέλα έρχεται και σταματάει εδώ κοντά μου. Που και που στηρίζεται στον κορμό μου και εγώ βλέπω τις σκέψεις της. Βλέπω τον πατέρα της να την σηκώνει ψηλά, να χαμογελάει και τα δόντια του να φωτίζουν το μαύρο του πρόσωπο. Ύστερα νιώθω τον τρόμο της όταν έρχονται κάποιοι ρακένδυτοι στρατιώτες και τον σέρνουν μακριά της. Βλέπω ένα ταξίδι μέσα σε ένα σιδερένιο μπουντρούμι που πλέει στη θάλασσα. Πως βρέθηκε εδώ αυτό το κορίτσι και ακουμπάει στον κορμό μου; Στο μυαλό της γυρνάει συνέχεια ένας λυπημένος σκοπός. Έρχεται κάθε βράδυ. Μερικά αμάξια κοντοστέκονται, πότε-πότε σταματάνε. Καμία φορά φεύγει μαζί τους, μα πάντα, πάντα γυρνάει σε μένα και γέρνει πάνω μου.
Οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, τρέχουν κι ούτε που κοιτάνε, ούτε που βλέπουν, μονάχα μαζεύονται στα παλτά τους και κάτι ψελλίζουν.
‘Κοίτα υγρασία που βγάζουν δυο-τρία δέντρα’.

Αστείο πλάσμα ο άνθρωπος
…δεν σας καταλαβαίνω...

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Το πότισμα των φυτών

Κυκλοφορούσε σ’ αυτό το σπίτι με τα φώτα σβηστά. Με μια ανησυχία και τα χέρια της μπροστά να ψηλαφούν το άγνωστο μες στο σκοτάδι. Μπορούσε να ανοίξει τα φώτα. Δεν υπήρχε κάποιος νόμος που να το απαγορεύει. Ήξερε που βρίσκονται όλοι οι διακόπτες. Τους χάιδευε με το χέρι καθώς περνούσε κάθε φορά. Προτιμούσε όμως να κάνει τα πάντα όπως τα έκανε και ο ιδιοκτήτης. Με τον καιρό απέκτησε μια άνεση στην κίνηση. Απέφευγε το ξύλινο αλογάκι στο πάτωμα παίρνοντας ανοιχτά τη στροφή. Μπορούσε να διακρίνει τον όγκο των κινέζικων βάζων και να τα αποφεύγει κι αυτά.

Από τον αεραγωγό στην τουαλέτα άκουγε τους από πάνω να πλένουν τα δόντια τους και να ξυρίζονται. Καμιά φορά ακουγόταν κάποιο παλιό λαϊκό και ένας άντρας να σιγοτραγουδάει. Τον φανταζόταν δασύτριχο με λευκό φανελάκι, φορτωμένο με τη βαριά μυρωδιά του αρσενικού ύπνου. Θα ήταν κοντά στα σαράντα. Έκανε γκριμάτσες στον καθρέφτη και κοίταζε με απογοήτευση το μαλλί του που αραίωνε.
Στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια δε σταματούσε να κάνει φασαρία, να τσιγαρίζει κρεμμύδια και να βλέπει τηλεόραση στη διαπασών. Το βράδυ μόνο υπήρχε ένα κενό, ανάμεσα στο πλύσιμο των πιάτων και την εκπλήρωση των συζυγικών καθηκόντων. Ακόμα και σ’αυτό όμως το ζευγάρι λειτουργούσε μεγαλόφωνα και πανηγυρικά. Στο διπλανό δωμάτιο η πεθερά έπλεκε δήθεν αδιάφορα, μουρμουρίζοντας εκκλησιαστικούς ύμνους. Το μικρό κοριτσάκι, στο παιδικό δωμάτιο, κρατούσε δύο κούκλες και τις πίεζε μεταξύ τους όπως είχε δει τους γονείς τους να κάνουν, ένα καλοκαιρινό βράδυ. Όλοι οι υπόλοιποι γείτονες απλά έκαναν υπομονή και περίμεναν τα ύστατα βογκητά για να κοιμηθούν και αυτοί.

Η μόνη υποχρέωση της ήταν να κοιτάζει τα φυτά. Το είχε αναλάβει μόνη της για να μην αισθάνεται τελείως άχρηστη. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπήρχε λόγος μια που ο ιδιοκτήτης είχε βάλει αυτόματο πότισμα που λειτουργούσε μια χαρά. Όταν έπεφτε ο καυτός ήλιος του Αυγούστου τράβαγε το συρόμενο παντζούρι και έβγαινε στο μπαλκόνι. Χάιδευε τα φυτά, κοίταζε το χώμα και όταν είχε όρεξη καθόταν και τους μιλούσε. Είχε ακούσει πως όταν τους μιλάς γλυκά, αυτά κάπως το νιώθουν και θεριεύουν. Καθόταν στην ασήκωτη φερ-φορζέ καρέκλα και τους έλεγε ιστορίες. Τα γλυκόπιανε, μιλώντας τους για τα απέραντα πράσινα λαγκάδια του νησιού της.
-Αν τη βλέπατε όλη αυτή την ομορφιά, θα βουρκώνατε, έλεγε και δεν έπαιρνε απάντηση, ούτε από το φίκο ούτε από την βουκαμβίλια που ήταν η αγαπημένη της.
-Κάποια μέρα θα σας πάρω, θα σας φορτώσω στο καράβι και θα σας πάω να τα δείτε όλα αυτά. Αλήθεια το λέω γλυκιά μου και εσένα θα σε πάρω πρώτη-πρώτη.
Η μπιγκόνια στεκόταν ακίνητη σα να έκανε τη δύσπιστη.
-Τίποτα! Τίποτα, δε φυσάει καθόλου. Ούτε ένα δα αεράκι. Μια πνοή περιμένω. Που οι αέρηδες του νησιού. Εκεί να δείτε μελτέμια και μπουνάτσες, να μη μπορεί άνθρωπος να σταθεί όρθιος. Κι όλοι οι αγέρηδες να’χουν ονόματα, κι όλοι μας να τους ξέρουμε σα να΄ταν γείτονες μας. Με τα καλά τους και τα κακά τους. Τόσο καλά τους ξέραμε.
Ύστερα καθόταν ακίνητη και ταξίδευε ο νους της. Έβλεπε ξανά τη θάλασσα. Μ’ αυτήν μεγάλωσε. Την αγαπούσε σα να’ταν μάνα της, όμορφη και με σκληρό χαμόγελο. Πόσα χρόνια πάνε που πέθανε η μάνα της, δε θυμόταν το πρόσωπο της πια. Μα τη θάλασσα δεν τη ξεχνούσε κι ας είχε κι αυτήν χρόνια να τη δει.
Ένα αμάξι πέρασε από το δρόμο γκαζώνοντας με ασέβεια, διαλύοντας τις μακρινές τις σκέψεις. Όλη η γειτονιά βόγκηξε από τους σκουπιδό-ήχους που σκόρπιζαν από τα ανοιχτά του παράθυρα. Κάποιος άγνωστος βάρδος διαλαλούσε τον πόνο του για την άτιμη που τον παράτησε χωρίς αιτία και τον έριξε στην αλητεία.
Ασυναίσθητα η γυναίκα έσκυψε στα κάγκελα για να κοιτάξει.
Μπροστά απ’ το μπαλκόνι απλωνόταν η πυκνή φυλλωσιά ενός πελώριου ευκαλύπτου.
Ήταν τόσο μεγάλος και ψήλωνε τόσο γρήγορα που είχε καταφέρει να τινάξει τα πλακάκια του πεζοδρομίου που βρισκόταν πάνω από τις ρίζες του. Πολλοί ένοικοι είχαν ενοχληθεί από την καταστροφή του πλακόστρωτου και δυο φορές στη συγκέντρωση της πολυκατοικίας είχαν προτείνει την αφαίρεση του. Η πρόταση τους όμως δεν έγινε δεκτή κυρίως από τους παλαιότερους ενοίκους που είχαν δει μαζί με το δέντρο να μεγαλώνουν και τα παιδιά τους.
-Έχουμε γίνει σα ναρκοπέδιο μ΄αυτό το δέντρο. Θα σκοτωθούμε με όλα αυτά τα σπασμένα πλακάκια.
-θα διαβρώσει τα θεμέλια και θα μας ρίξει όλους.
Αντί για τη αφαίρεση του τελικά αποφασίστηκε να καλέσουν ειδικούς για να εκτιμήσουν την κατάσταση. Όπως και να΄χει, πέρα από τους συναισθηματισμούς, η διάβρωση των θεμελίων ήταν ένα ανησυχητικό σενάριο.
Οι ειδικοί γεωπόνοι του δήμου ήρθαν, θαύμασαν και καθησύχασαν τους ενοίκους της πολυκατοικίας που καθόταν πάνω σ΄αυτόν το ζωηρό ευκάλυπτο.
Υπήρχαν δύο πράγματα που αγνοούσαν οι ένοικοι και οι ειδικοί. Το πρώτο ήταν ότι το δέντρο προϋπήρχε και η πολυκατοικία στη ουσία φύτρωσε πάνω του. Αυτό σαν γνώση έχει απλά ιστορική αξία, Αν υπήρχε όμως ένα δικαστήριο που να αναλαμβάνει τέτοιες υποθέσεις σίγουρα θα αποφάσιζε την αφαίρεση της πολυκατοικίας. Δεν υπάρχουν όμως τέτοια δικαστήρια αλλά ούτε και δικηγόροι που θα αναλάμβαναν ένα δέντρο.
Το δεύτερο πράγμα που δε γνώριζαν οι ένοικοι ήταν ότι η ταχύτατη ανάπτυξη του δέντρου οφειλόταν στην πραγματικότητα σε αυτούς. Ένας αγωγός της αποχέτευσης της πολυκατοικίας είχε σπάσει με αποτέλεσμα το έδαφος να γίνει πλούσιο και θρεπτικό για το δέντρο. Οι άνθρωποι ζούσαν, κατανάλωναν και χέζαν σα να μην υπάρχει αύριο και το δέντρο θέριευε, ετοιμάζοντας την εκδίκηση του
Η γυναίκα το καταλάβαινε το δέντρο. Το νιωθε πολλές φορές να ονειρεύεται πως μια μέρα γίνεται μεγάλο και δυνατό και κάνει μιά, και ρίχνει το τσιμεντένιο σκιάχτρο κάτω.
-Δίκιο έχεις, αγόρι μου, του έλεγε, δίκιο έχεις. Κάνε υπομονή και θα δεις.
Ο Αύγουστος τελείωνε. Το ένιωθες στους ήχους. Οι γείτονες επιστρέφανε κάνοντας δυνατούς μελαγχολικούς θορύβους. Τα πορτμπγκάζ κλείνανε βαριά με τη μελαγχολία του καλοκαιριού που τελείωνε. Οι γονείς μαυρισμένοι φωνάζανε νευρικά στα παιδιά να μην τρέχουν στις σκάλες με τις σαγιονάρες. Τα κλειδιά κουδουνίζανε λυπημένα στην πόρτα και τα σακ-βουαγιάζ πετιόντουσαν στο πάτωμα με έναν απογοητευμένο παφλασμό.

Το απόγευμα που γύρισαν, εκείνη έβλεπε τηλεόραση. Ήταν ένα μεταγλωττισμένο μεξικάνικο σήριαλ που έπαιζε τέτοια ώρα. Το έβρισκε κάπως σαχλό αλλά επειδή το τηλεκοντρόλ είχε χαλάσει - της είχε πέσει μια μέρα από τα χέρια – βαριόταν να τ’αλλάξει. Άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα. Κάτι την έπιασε, σαν πανικός και σαν λαχτάρα. Πήγε στο σαλόνι να δει. Καμιά φορά άκουγε θορύβους μα δεν ήταν κανείς. Η πόρτα άνοιξε. Αυτή, δε ξέρει τι την έπιασε, κρύφτηκε πίσω απ΄την κουρτίνα. Μπήκαν μέσα. Αυτόματες κινήσεις, τα κλειδιά, οι τσάντες, το φως. Μαυρισμένοι και μελαγχολικοί. Τώρα μέσα από το φως του ηλεκτρικού έβλεπε καθαρά το σαλόνι. Το τζάκι, τη στρογγυλή τραπεζαρία, το έπιπλο με τον καθρέφτη και το πορτρέτο της.
Θυμόταν τη μέρα που έβγαλε αυτή τη φωτογραφία. Την πήγαν στο φωτογράφο. Δυο φορές το χρόνο περνούσε από το νησί. Ο κόσμος έκανε ουρές έξω από το καφενείο που για μια βδομάδα μεταμορφωνόταν σε στούντιο. Ήταν πολύ χαρούμενη που θα την τραβούσανε φωτογραφία. Πριν μπει της είπε ο πατέρας της πως κανόνισε να τη στείλουν στην Αθήνα σαν παρακόρη.
-Είναι μια πολύ καλή οικογένεια. Πολύ καθώς πρέπει. Μου είπανε πως θα σε φροντίσουνε και θα σε αγαπάνε. Εδώ άλλο εμείς δεν ημπορούμε να σε φροντίζουμε. Μεγάλη κοπέλα είσαι, προκομμένη. Να μας βγάλεις ασπροπρόσωπους.
Κοιτούσε τη φωτογραφία. Χρόνια έχουν περάσει από τότε και αυτό το χαρτί κρατάει ακόμα όλο τον θυμό και την απόγνωση που ένιωθε εκείνη τη μέρα.

-Ποιος άφησε ανοιχτή τη τηλεόραση?

Έμεινε κρυμμένη πίσω απ΄τη κουρτίνα, μα έτσι κι αλλιώς δε μπορούσαν να τη δουν. Όπως κι αυτή δε μπορούσε να δει τη θάλασσα πια