Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Το πότισμα των φυτών

Κυκλοφορούσε σ’ αυτό το σπίτι με τα φώτα σβηστά. Με μια ανησυχία και τα χέρια της μπροστά να ψηλαφούν το άγνωστο μες στο σκοτάδι. Μπορούσε να ανοίξει τα φώτα. Δεν υπήρχε κάποιος νόμος που να το απαγορεύει. Ήξερε που βρίσκονται όλοι οι διακόπτες. Τους χάιδευε με το χέρι καθώς περνούσε κάθε φορά. Προτιμούσε όμως να κάνει τα πάντα όπως τα έκανε και ο ιδιοκτήτης. Με τον καιρό απέκτησε μια άνεση στην κίνηση. Απέφευγε το ξύλινο αλογάκι στο πάτωμα παίρνοντας ανοιχτά τη στροφή. Μπορούσε να διακρίνει τον όγκο των κινέζικων βάζων και να τα αποφεύγει κι αυτά.

Από τον αεραγωγό στην τουαλέτα άκουγε τους από πάνω να πλένουν τα δόντια τους και να ξυρίζονται. Καμιά φορά ακουγόταν κάποιο παλιό λαϊκό και ένας άντρας να σιγοτραγουδάει. Τον φανταζόταν δασύτριχο με λευκό φανελάκι, φορτωμένο με τη βαριά μυρωδιά του αρσενικού ύπνου. Θα ήταν κοντά στα σαράντα. Έκανε γκριμάτσες στον καθρέφτη και κοίταζε με απογοήτευση το μαλλί του που αραίωνε.
Στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια δε σταματούσε να κάνει φασαρία, να τσιγαρίζει κρεμμύδια και να βλέπει τηλεόραση στη διαπασών. Το βράδυ μόνο υπήρχε ένα κενό, ανάμεσα στο πλύσιμο των πιάτων και την εκπλήρωση των συζυγικών καθηκόντων. Ακόμα και σ’αυτό όμως το ζευγάρι λειτουργούσε μεγαλόφωνα και πανηγυρικά. Στο διπλανό δωμάτιο η πεθερά έπλεκε δήθεν αδιάφορα, μουρμουρίζοντας εκκλησιαστικούς ύμνους. Το μικρό κοριτσάκι, στο παιδικό δωμάτιο, κρατούσε δύο κούκλες και τις πίεζε μεταξύ τους όπως είχε δει τους γονείς τους να κάνουν, ένα καλοκαιρινό βράδυ. Όλοι οι υπόλοιποι γείτονες απλά έκαναν υπομονή και περίμεναν τα ύστατα βογκητά για να κοιμηθούν και αυτοί.

Η μόνη υποχρέωση της ήταν να κοιτάζει τα φυτά. Το είχε αναλάβει μόνη της για να μην αισθάνεται τελείως άχρηστη. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπήρχε λόγος μια που ο ιδιοκτήτης είχε βάλει αυτόματο πότισμα που λειτουργούσε μια χαρά. Όταν έπεφτε ο καυτός ήλιος του Αυγούστου τράβαγε το συρόμενο παντζούρι και έβγαινε στο μπαλκόνι. Χάιδευε τα φυτά, κοίταζε το χώμα και όταν είχε όρεξη καθόταν και τους μιλούσε. Είχε ακούσει πως όταν τους μιλάς γλυκά, αυτά κάπως το νιώθουν και θεριεύουν. Καθόταν στην ασήκωτη φερ-φορζέ καρέκλα και τους έλεγε ιστορίες. Τα γλυκόπιανε, μιλώντας τους για τα απέραντα πράσινα λαγκάδια του νησιού της.
-Αν τη βλέπατε όλη αυτή την ομορφιά, θα βουρκώνατε, έλεγε και δεν έπαιρνε απάντηση, ούτε από το φίκο ούτε από την βουκαμβίλια που ήταν η αγαπημένη της.
-Κάποια μέρα θα σας πάρω, θα σας φορτώσω στο καράβι και θα σας πάω να τα δείτε όλα αυτά. Αλήθεια το λέω γλυκιά μου και εσένα θα σε πάρω πρώτη-πρώτη.
Η μπιγκόνια στεκόταν ακίνητη σα να έκανε τη δύσπιστη.
-Τίποτα! Τίποτα, δε φυσάει καθόλου. Ούτε ένα δα αεράκι. Μια πνοή περιμένω. Που οι αέρηδες του νησιού. Εκεί να δείτε μελτέμια και μπουνάτσες, να μη μπορεί άνθρωπος να σταθεί όρθιος. Κι όλοι οι αγέρηδες να’χουν ονόματα, κι όλοι μας να τους ξέρουμε σα να΄ταν γείτονες μας. Με τα καλά τους και τα κακά τους. Τόσο καλά τους ξέραμε.
Ύστερα καθόταν ακίνητη και ταξίδευε ο νους της. Έβλεπε ξανά τη θάλασσα. Μ’ αυτήν μεγάλωσε. Την αγαπούσε σα να’ταν μάνα της, όμορφη και με σκληρό χαμόγελο. Πόσα χρόνια πάνε που πέθανε η μάνα της, δε θυμόταν το πρόσωπο της πια. Μα τη θάλασσα δεν τη ξεχνούσε κι ας είχε κι αυτήν χρόνια να τη δει.
Ένα αμάξι πέρασε από το δρόμο γκαζώνοντας με ασέβεια, διαλύοντας τις μακρινές τις σκέψεις. Όλη η γειτονιά βόγκηξε από τους σκουπιδό-ήχους που σκόρπιζαν από τα ανοιχτά του παράθυρα. Κάποιος άγνωστος βάρδος διαλαλούσε τον πόνο του για την άτιμη που τον παράτησε χωρίς αιτία και τον έριξε στην αλητεία.
Ασυναίσθητα η γυναίκα έσκυψε στα κάγκελα για να κοιτάξει.
Μπροστά απ’ το μπαλκόνι απλωνόταν η πυκνή φυλλωσιά ενός πελώριου ευκαλύπτου.
Ήταν τόσο μεγάλος και ψήλωνε τόσο γρήγορα που είχε καταφέρει να τινάξει τα πλακάκια του πεζοδρομίου που βρισκόταν πάνω από τις ρίζες του. Πολλοί ένοικοι είχαν ενοχληθεί από την καταστροφή του πλακόστρωτου και δυο φορές στη συγκέντρωση της πολυκατοικίας είχαν προτείνει την αφαίρεση του. Η πρόταση τους όμως δεν έγινε δεκτή κυρίως από τους παλαιότερους ενοίκους που είχαν δει μαζί με το δέντρο να μεγαλώνουν και τα παιδιά τους.
-Έχουμε γίνει σα ναρκοπέδιο μ΄αυτό το δέντρο. Θα σκοτωθούμε με όλα αυτά τα σπασμένα πλακάκια.
-θα διαβρώσει τα θεμέλια και θα μας ρίξει όλους.
Αντί για τη αφαίρεση του τελικά αποφασίστηκε να καλέσουν ειδικούς για να εκτιμήσουν την κατάσταση. Όπως και να΄χει, πέρα από τους συναισθηματισμούς, η διάβρωση των θεμελίων ήταν ένα ανησυχητικό σενάριο.
Οι ειδικοί γεωπόνοι του δήμου ήρθαν, θαύμασαν και καθησύχασαν τους ενοίκους της πολυκατοικίας που καθόταν πάνω σ΄αυτόν το ζωηρό ευκάλυπτο.
Υπήρχαν δύο πράγματα που αγνοούσαν οι ένοικοι και οι ειδικοί. Το πρώτο ήταν ότι το δέντρο προϋπήρχε και η πολυκατοικία στη ουσία φύτρωσε πάνω του. Αυτό σαν γνώση έχει απλά ιστορική αξία, Αν υπήρχε όμως ένα δικαστήριο που να αναλαμβάνει τέτοιες υποθέσεις σίγουρα θα αποφάσιζε την αφαίρεση της πολυκατοικίας. Δεν υπάρχουν όμως τέτοια δικαστήρια αλλά ούτε και δικηγόροι που θα αναλάμβαναν ένα δέντρο.
Το δεύτερο πράγμα που δε γνώριζαν οι ένοικοι ήταν ότι η ταχύτατη ανάπτυξη του δέντρου οφειλόταν στην πραγματικότητα σε αυτούς. Ένας αγωγός της αποχέτευσης της πολυκατοικίας είχε σπάσει με αποτέλεσμα το έδαφος να γίνει πλούσιο και θρεπτικό για το δέντρο. Οι άνθρωποι ζούσαν, κατανάλωναν και χέζαν σα να μην υπάρχει αύριο και το δέντρο θέριευε, ετοιμάζοντας την εκδίκηση του
Η γυναίκα το καταλάβαινε το δέντρο. Το νιωθε πολλές φορές να ονειρεύεται πως μια μέρα γίνεται μεγάλο και δυνατό και κάνει μιά, και ρίχνει το τσιμεντένιο σκιάχτρο κάτω.
-Δίκιο έχεις, αγόρι μου, του έλεγε, δίκιο έχεις. Κάνε υπομονή και θα δεις.
Ο Αύγουστος τελείωνε. Το ένιωθες στους ήχους. Οι γείτονες επιστρέφανε κάνοντας δυνατούς μελαγχολικούς θορύβους. Τα πορτμπγκάζ κλείνανε βαριά με τη μελαγχολία του καλοκαιριού που τελείωνε. Οι γονείς μαυρισμένοι φωνάζανε νευρικά στα παιδιά να μην τρέχουν στις σκάλες με τις σαγιονάρες. Τα κλειδιά κουδουνίζανε λυπημένα στην πόρτα και τα σακ-βουαγιάζ πετιόντουσαν στο πάτωμα με έναν απογοητευμένο παφλασμό.

Το απόγευμα που γύρισαν, εκείνη έβλεπε τηλεόραση. Ήταν ένα μεταγλωττισμένο μεξικάνικο σήριαλ που έπαιζε τέτοια ώρα. Το έβρισκε κάπως σαχλό αλλά επειδή το τηλεκοντρόλ είχε χαλάσει - της είχε πέσει μια μέρα από τα χέρια – βαριόταν να τ’αλλάξει. Άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα. Κάτι την έπιασε, σαν πανικός και σαν λαχτάρα. Πήγε στο σαλόνι να δει. Καμιά φορά άκουγε θορύβους μα δεν ήταν κανείς. Η πόρτα άνοιξε. Αυτή, δε ξέρει τι την έπιασε, κρύφτηκε πίσω απ΄την κουρτίνα. Μπήκαν μέσα. Αυτόματες κινήσεις, τα κλειδιά, οι τσάντες, το φως. Μαυρισμένοι και μελαγχολικοί. Τώρα μέσα από το φως του ηλεκτρικού έβλεπε καθαρά το σαλόνι. Το τζάκι, τη στρογγυλή τραπεζαρία, το έπιπλο με τον καθρέφτη και το πορτρέτο της.
Θυμόταν τη μέρα που έβγαλε αυτή τη φωτογραφία. Την πήγαν στο φωτογράφο. Δυο φορές το χρόνο περνούσε από το νησί. Ο κόσμος έκανε ουρές έξω από το καφενείο που για μια βδομάδα μεταμορφωνόταν σε στούντιο. Ήταν πολύ χαρούμενη που θα την τραβούσανε φωτογραφία. Πριν μπει της είπε ο πατέρας της πως κανόνισε να τη στείλουν στην Αθήνα σαν παρακόρη.
-Είναι μια πολύ καλή οικογένεια. Πολύ καθώς πρέπει. Μου είπανε πως θα σε φροντίσουνε και θα σε αγαπάνε. Εδώ άλλο εμείς δεν ημπορούμε να σε φροντίζουμε. Μεγάλη κοπέλα είσαι, προκομμένη. Να μας βγάλεις ασπροπρόσωπους.
Κοιτούσε τη φωτογραφία. Χρόνια έχουν περάσει από τότε και αυτό το χαρτί κρατάει ακόμα όλο τον θυμό και την απόγνωση που ένιωθε εκείνη τη μέρα.

-Ποιος άφησε ανοιχτή τη τηλεόραση?

Έμεινε κρυμμένη πίσω απ΄τη κουρτίνα, μα έτσι κι αλλιώς δε μπορούσαν να τη δουν. Όπως κι αυτή δε μπορούσε να δει τη θάλασσα πια

2 σχόλια:

nounoukos είπε...

μου ελειψες.
και τωρα που σε διαβασα ξανα, μου λειπεις παλι..

alepouda είπε...

σε ευχαριστώ πολύ
για τα ζεστά σου λόγια
:)