Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Διαδηλωση στην Αλεξανδρας 7 δεκεμβριου 2008






(Για περισσότερες φωτογραφίες απο χθες και σε μεγαλυτερη ανάλυση κλικ εδω)


Έχω καθυστερήσει στο ραντεβού. Κατεβαίνω με το τρόλεϊ. Είμαι από τους ελάχιστους που ξέρουν τι συμβαίνει. Πολλοί ανύποπτοι μετανάστες και μερικοί έλληνες κατευθυνόμαστε προς το κέντρο. Ο οδηγός κάθε τόσο λέει ότι η κίνηση έχει διακοπεί πριν το πολυτεχνείο. Το τρόλεϊ πρέπει να γυρίσει πίσω. Μια κυρία μονολογεί φωναχτά, ενάντια στις αναταραχές. Ένας κύριος που θυμίζει καθηγητή προσπαθεί να της εξηγήσει την κατάσταση. Φαίνεται καλλιεργημένος άνθρωπος αλλά στο τέλος δεν αντέχει το συντηρητικό της μονόλογο και αρχίζει να της λέει φωναχτά «Σκοτώσανε ένα 15χρονο, σκότωσαν ένα 15χρονο, μπορείτε να το καταλάβετε αυτό?» Η κυρία δεν δείχνει να καταλαβαίνει, του λέει «Μα να βάζουν φωτιές και να χτυπάνε αστυνομικούς? Γιατί χτυπάνε τους αστυνομικούς?». Ανεβάζω σφυγμούς, μου ’ρχεται να της φωνάξω. Δεν αντέχω, θέλω κι εγώ να φωνάξω σε όλους όσους δεν καταλαβαίνουν, ότι σκοτώσανε ένα 15χρονο, σκοτώσανε ένα παιδί και εγώ αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω ούτε να το δεχθώ. Δεν φωνάζω όμως. Ντρέπομαι τους μετανάστες που κάθονται ανάμεσα σε μένα και σε αυτήν και δεν θέλω να βάλω τις φωνές.

Κατεβαίνουμε. Από νωρίς αρχίζει να φαίνεται οτι κάτι συμβαίνει. Οι τροχονόμοι έχουν κλείσει από πολύ ψηλά την πατησιών. Περπατάω βιαστικά. Οι πρώτες σπασμένες βιτρίνες. Η μυρωδιά από καμένο. Φτάνω στη στροφή για Αλεξάνδρας. Έχει μια ανατριχιαστική ησυχία. Το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος από τα βήματα των ανθρώπων. Στο βάθος της Αλεξάνδρας, καπνοί, θολή ατμόσφαιρα και χαμηλή ορατότητα. Κοιτάζω γύρω μου. Άνθρωποι σαν κι εμένα, τίποτα το αντιεξουσιαστικο ανεβαίνουν αμίλητοι, βιαστικά για να βρουν την πορεία. Αριστερά και δεξιά στα πεζοδρόμια περίεργοι που προσπαθούν να δουν τι γίνεται από απόσταση ασφαλείας. Θα συναντήσω πολλούς τέτοιους παραπάνω.
Κουβαλάω την φωτογραφική μαζί μου, όπως πάντα. Την βγάζω από την τσάντα μου. Τηλέφωνο:
-Που είσαστε?
-Είμαστε ψηλά, μην ανεβαίνεις, γίνεται χαμός
-Χαμός?
-Εσύ, που είσαι?
-Στο υψος του πάρκου, εκεί που έχει πιάσει φωτιά ένα κτίριο (1)
-Φωτιά σε κτίριο?
(ξαφνικά καταλαβαίνω ότι δεν μιλαει σε μένα πια)
-Ανδρέα μην πας εκεί! Φύγε Ανδρέα, φύγε
(κόβεται η γραμμή)

Αρχίζω πάλι να ανεβαίνω. Κάδοι καμένοι παντού(2, 3, 4, 5). Βρίσκομαι μέσα στους καπνούς που έβλεπα από την Πατησίων. Η μυρωδιά από τα δακρυγόνα γίνεται όλο και πιο έντονη. Προχωραω. Για πρώτη φορά συνειδητοποιώ πόσα πολλά βενζινάδικα έχει η Αλεξάνδρας. Έχουν βάλει φωτιά διπλά σε βενζινάδικο (7). Είναι τρελοί? Απέναντι έχει ένα ακόμα βενζινάδικο. Σκεφτομαι τα χειρότερα και περναω με διπλό βήμα από ανάμεσα τους. Λίγα μέτρα πιο πάνω βλέπω το πρώτο καμένο αυτοκίνητο.(8, 9, 10, 11, 12) Που είναι η πυροσβεστική? Μετά από λίγο εμφανίζονται. Είναι οι ίδιοι, 2-3 οχήματα που θα τους πετυχω πολλές φορές να πηγαίνουν την λεωφόρο πάνω κάτω τρέχοντας να προλάβουν.

Παρακάτω μια γυναίκα, απεγνωσμένη και απαίδευτη, πέταξε νερό από τον τρίτο σε μια εστία στο δρόμο και η φωτιά άπλωσε και ακούμπησε τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ένας κάτοικος έτρεξε με λάστιχο στο δρόμο και συμμάζεψε λίγο την κατάσταση. Δεν ξέρω αν τα κατάφεραν, έπρεπε να συνεχίσω. (13)
Τα δακρυγόνα έχουν γίνει ανυπόφορα. Όλοι φορανε μαντήλια και κασκόλ στο πρόσωπο. Δεν γίνεται τίποτα. Τα καινούργια χημικά δακρυγόνα είναι ανίκητα. Ο δρόμος έχει γίνει κίτρινος από την σκόνη. Προσπαθώ να θυμηθώ αν πρέπει να αναπνέεις από τη μύτη ή από το στόμα. Είναι αδύνατο όπως και να’ναι. Μπροστά μου ένα τείχος πυκνού καπνού. Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Έντονη δυσφορία. Είμαι σχεδόν μόνη μου σε αυτό το σημείο. Κάποιοι που είναι πιο μπροστά χάνονται γρήγορα μέσα στους καπνούς. Κάνω να προχωρήσω και δεν μπορώ άλλο… κάνω αναστροφή… Δυο βήματα – τρία βήματα και ντρέπομαι. Ντρέπομαι να τα παρατήσω. Στριβώ στα στενά. Ξέρω ότι οι άλλοι είναι πιο μπροστά και πρέπει να βρω τρόπο να τους συναντήσω. Προχωραω παράλληλα της Αλεξάνδρας. Οι κάτοικοι έχουν βγει, λίγο από περιέργεια, λίγο από ανησυχία στις εισόδους των πολυκατοικιών. Έχουν βγει έξω με τις παντόφλες. Με κοιτανε περίεργα. Σκεφτομαι πως ισως να φαίνομαι κάπως περίεργη κι εγώ έτσι όπως βούτηξα στον ήσυχο κόσμο τους. Μια κοπέλα αλαφιασμένη, με μια κάμερα και με ένα μάτι κλειστό από τα δακρυγόνα (θα μπορέσω να το ανοίξω μίση ώρα αργότερα)

Μιλαω στο τηλέφωνο. Τώρα είμαι εγώ μπροστά και οι άλλοι έχουν πάει πίσω. Βγαίνω πάλι στην Αλεξάνδρας. Βλέπω για πρώτη φορά τα ματ.(14) Στέκονται και καμαρώνουν τη φωτιά σε ένα παράρτημα υπουργείου, ή τράπεζας. Πολλοί περίεργοι κάθονται και χαζεύουν. Σαν να βλέπουν τηλεόραση. Με ανακατεύει αυτό, ίσως να είναι και τα δακρυγόνα. Ένας ματατζης με κοιταει. Ξέρω ότι δίνω στόχο με τη μηχανή στα χέρια. Βάζω τον τηλεφακό. Τραβαω μερικές με τα ματ και προχωραω προς το φλεγόμενο κτίριο μέσα από ένα παρκακι. Ξαφνικά αυτό που έβλεπα μέσα σε στενό πλάνο, εμφανίζεται μπροστά μου σαν ένα ολοκληρωμένο δράμα. Δεν είναι το κτίριο μόνο που καίγεται. Στην διπλανή πολυκατοικία δυο άνθρωποι με τα λάστιχα του ποτίσματος προσπαθούν να σώσουν τα σπίτια και τη ζωή τους. (15, 16) Ο κόσμος κάτω, τους κοιτάζει (17), τα ματ τους κοιτανε (18) κι εγώ σαν μέσα σε κακό όνειρο προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Που είναι η πυροσβεστική? Σε λίγο τους βλέπω να έρχονται. Εγώ πρέπει να φύγω, πρέπει να βρω τους άλλους. Μόλις πάω για να κατεβω, ακουω συνθήματα και μια βοή. Επιτέλους συνανταω και την πορεια. Τα ματ φεύγουν από τη θεση τους και συντάσσονται στο πεζοδρόμιο. Οι θεατές αφήνουν το θέαμα της πολυκατοικίας και γυρνάνε να κοιτάξουν προς την πορεία. Ακριβώς σαν να άλλαξαν καναλι. Ο κόσμος στην πορεία βλέπει την διμοιρία και οι φωνές τους δυναμώνουν. «Μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι». Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι πίσω από τα ματ – δηλαδή σε πολύ κακό σημείο – πάνω που ετοιμάζονται να πέσουν δακρυγόνα, μολότοφ και ξύλο.

Χώνομαι στη Χαριλάου Τρικούπη. Οι άλλοι είναι κάπου κοντά, αλλά πάλι χανόμαστε. Γυρναω προς την Αλεξάνδρας. Με ειδοποιούν από το τηλέφωνο.
-Χαριλάου Τρικούπη και Αλεξάνδρας πέφτει άγριο ξύλο. Μην συνεχίζεις.
-Που είσαστε?
-Περάσαμε απέναντι. Έχουμε αποκλειστεί. Πήγαινε προς το σπίτι μου.

Ανεβαίνω πιο ψηλά, φτάνω Ασκληπειου. Γυρναω τα στενά μήπως αποκτήσω καλύτερη οπτική επαφή με την κατάσταση. Ξαφνικά, σαν από το πουθενά και εντελώς αθόρυβα βλέπω ένα ποτάμι ανθρώπων να ξεχύνεται από την Αλεξάνδρας, στην Ασκληπειου. Είναι τα παιδιά από την πορεία. Μικρά παιδιά, έφηβοι, κορίτσια και αγόρια, χωρίς κουκούλες, ξύπνιες φάτσες. Κάποιοι ανάμεσα τους τυλίγουν τις σημαίες. Είναι ανακατεμένοι, έφηβοι και πιο μεγάλοι. Μπροστά μου περναει κι ένας που κουβαλαει ένα βαρύ ξύλινο κοντάρι. Παγώνω. Μου φεύγει ο ρομαντισμός.

Έχω κουραστεί. Η Νεάπολη, εκεί κοντά στον Λυκαβηττό είναι όλο ανηφόρες. Τριγυρναω τόσες ώρες και δεν ξέρω πια τι ψάχνω.
-Είσαι δημοσιογράφος? Με ερωτάει κάποιος που στέκεται και κοιταει το αντιεξουσιαστικο ποτάμι.
Συνειδητοποιώ ότι κραταω ακομα τη μηχανή. Για μισό λεπτό σκέφτομαι, ποιος είναι αυτός, τι θέλει. Δεν ξέρεις ποιος είναι τι, αυτές τις μέρες και αυτές τις ώρες. Σκεφτομαι ποια είναι η πιο κατάλληλη απάντηση καθώς τον ζυγίζω από πάνω μέχρι κάτω και τελικά του λέω την αλήθεια.
-Όχι, ερασιτέχνης…
Με κοιτάζει κάπως δύσπιστα καθώς ακόμα έχω τον τηλεφακό πάνω στη μηχανή. Απομακρύνομαι από εκεί και σκεφτομαι ότι δεν ειδα ουτε ένα δημοσιογράφο, ούτε μια κάμερα τόσες ώρες που πάω πάνω-κάτω. Είχε βέβαια κόσμο που τραβούσε φωτογραφίες με τα κινητά τους. Όπως στις συναυλίες. Μονο που αντι για τραγούδια ακούγονταν σειρήνες και οι φωτιές δεν ήταν εφέ.

Έχω πάρει τις ανηφόρες με σκοπό να βρω ένα σπίτι που δεν το βρίσκω έτσι κι αλλιώς ούτε με χάρτη. Σε ένα ήσυχο δρόμο λέω να κάτσω σε ένα πεζούλι για να ξεκουραστώ. Δεν προλαβαίνω. Ακούω ποδοβολητά. Κάτι παιδιά ανεβαίνουν την ανηφόρα προς το μέρος μου. Αυτά δεν θα ηταν πια ουτε δεκαπεντε χρονων.
-Κάνουν ντου? Ρωταω ένα κορίτσι που θα ήταν το πολύ δεκατριών.
Το κορίτσι κοιταει τη μηχανή – πρέπει να την κρύψω σκέφτομαι – με κόβει για ένα δευτερόλεπτο και μου λέει «Ναι»
Πίσω από τον ώμο της είδα ματ με πλήρη εξάρτηση που όμως μόλις είδαν την ανηφόρα προτίμησαν να κυνηγήσουν κάποιους άλλους που πήγανε ευθεία.
Το κορίτσι προχώρησε πιο πάνω αλλά κοντοστάθηκε και γύρισε και μου είπε: «Έχουν σκορπίσει, κυνηγανε σε όλα τα στενά» Σαν να μου έλεγε, πρόσεχε, πουθενά δεν είσαι ασφαλής. Κι ύστερα χάθηκε στη στροφή.
Χαμογέλασα. Μου φάνηκε πολύ γλυκό αυτό. Αλληλεγγύη από μια μικρή και ατίθαση άγνωστη με φτερά στα πόδια.

Ανέβηκα την ανηφόρα και βρήκα το σπίτι
Η συνεχεία της βραδιάς είναι μια άλλη ιστορία που δεν θα την πω

Τελικά, αποκλείστηκα στα Εξάρχεια, η γάτα στο σπίτι ακόμα με περιμένει. Δεν κατάφερα να κοιμηθώ από την υπερένταση, είμαι κουρασμένη, το σώμα μου ποναει, τα μάτια ακόμα τσούζουν και ο λαιμός δεν έχει συνέλθει από τα δακρυγόνα.
Σε λίγο ξημερώνει, δεν έχω ιδέα τι μέρα θα είναι αυτή. Ελπίζω να αλλάξει κάτι, προς το καλύτερο… έστω για μια φορά προς το καλύτερο.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το να είσαι καχύποπτος και να σκάφτεσαι τι μπορεί να είναι ο άλλος που σε κοιτάει και σου μιλάει και σε ρωτάει κάτι θυμίζουν άλλες εποχές. Μπορεί να έχουν έρθει και απλά να μην έχουν τίτλο όπως τότε, πάντως δημοκρατία αυτό δεν λέγετε.

Η μόνη μου ελπίδα είναι να μην ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκαν οι παράνομες συλλήψεις των Πακιστανών το 2004, όπως ξεχάστηκε η βιντεοσκόπηση των ξυλοδαρμών στα κρατητήρια από μπάτσους, το παιδί με την "ζαρντινιέρα"... όπως ξεχάστηκαν πολλά άλλα. Ελπίζω και το εύχομαι μέσα από την καρδία μου.