Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Σαν να μην πέρασε μια μέρα



Ανθολογία της οικονομίας

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει εφτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη
μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.


Σπαθί αντίληψη, μυαλό
ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι
ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας

Δυστυχία σου, Ελλάς,

με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,

τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;



ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕ

Καταργούμε εφορίες,
καταργούμε τελωνεία,
καταργούμε, επιπλέον,
κάθε μια συγκοινωνία.

Καταργούμε και τους δήμους,
καταργούμε και επαρχία,
καταργούμε τα μεγάλα
και μικρά ουροδοχεία.

Τα δημόσια, επίσης,
καταστήματα του κράτους,
καταργούμε και καμπόσους
δημοσίους αποπάτους.

Κι επιτρέπουμε στο κράτος
να χει μόνο ένα σπίτι,
το λαμπρό φρενοκομείο
του γνωστού Δρομοκαΐτη



Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1853. Θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης». Πέθανε στις 26. Αυγούστου 1919.
Όπως φαίνεται, 100 χρόνια απο την εποχή του Σουρή, δεν εχουν αλλάξει και πολλά.