Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

To χαμένο τραγούδι




Ξύπνησε πριν το ξημέρωμα σε ένα αλλόκοτο βόρειο δάσος, με ψηλά δέντρα, στημένα πυκνά ανάμεσα σε παγωμένες πλαγιές με άγρια βράχια. Ξύπνησε τρομαγμένα γιατί, λέει, δεν έβρισκε την Άνοιξη. Κοίταξε πέρα και είδε τα κλαδιά ακίνητα και τα πουλιά σιωπηλά. Κατέβηκε στη λίμνη μα αυτή δεν καθρέφτιζε τίποτα και το νερό της έστεκε σκληρό σα γυαλί. Κάτι γύρευε σε αυτά τα μέρη μα δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Τα ένιωθε όλα μέσα του σαν ανάμνηση παιδική, που έχουν ξεθωριάσει χρώματα και πρόσωπα.
Ακούμπησε το κεφάλι του πάνω σε ένα μεγάλο κορμό και άκουσε τους χυμούς του δέντρου να κυλάνε σαν αίμα μέσα σε φλέβες ζεστές. Τους άκουσε να μουρμουρίζουν, να ψιθυρίζουν μικρά μυστικά.

Έτσι έμαθε.

Σ’ αυτό το μέρος φέρνουν τα πουλιά όταν χάσουν το τραγούδι τους.

Κοίταξε ψηλά στο δέντρο. Ανέβηκε σε ένα κοντινό κλαδί που πάνω του έστεκε ένα μοναχικό πουλί.
Τέντωσε τα φτερά του και το χαιρέτησε…